Ιστορία της Μαντινείας

947230_1530744507140098_8077887272901946077_n (1)

(ευχαριστούμε τον συχωριανό μας Τάκη Βέρρο για το άρθρο που του δανειστήκαμε)

Η αρχαία Μαντινεία βρίσκεται 13 χμ. βόρεια της Τρίπολης, νότια του Ορχομενού και βόρεια της Τεγέας. Ήταν ήδη γνωστή από τα χρόνια της προϊστορίας και αναφέρεται από τον Όμηρο σαν “πολυάμπελος χώρα” και σαν “ερατεινή Μαντινέη», δηλαδή αξιαγάπητη. Πρώτος βασιλιάς της περιοχής ήταν ο Πελασγός και η χώρα ονομάστηκε Πελασγία. Αργότερα οι αρχαίοι οικισμοί ενώθηκαν σε πόλεις της Αρκαδίας, εκ των οποίων οι σημαντικότερες ήταν η Τεγέα, ο Ορχομενός, ο Φενεός και η Μαντινεία. Η ιστορική ζωή της περιοχής της Μαντινείας ευνοήθηκε από την ιστορική διαμόρφωση του εδάφους του όλου χώρου από την αρχαιότητα ακόμα. Η φυσική αυτή διευθέτηση της γης ιστορικά επέδρασε επί του διαχωρισμού της ιδιοκτησίας και επί των ηθών. Άγρια η ιδιοσυγκρασία των κατοίκων εμπόδισε την υποταγή στις γνωστές, για τους υπόλοιπους Έλληνες πολιτικές μορφές και διατήρησε ένα ανόθευτο, γνήσιο, με έντονο και μοναδικό χρώμα πνευματικό παρελθόν.

Η αρχαία πόλη ονομαζόταν Μαντινέα, ενώ στην Ιωνική διάλεκτο ονομαζόταν Μαντινέη και σην Αττική Μαντίνεια. Το όνομά της ετυμολογείται από τον επώνυμο ήρωα και πρώτο οικιστή της Μαντινέα. Ονομάστηκε επίσης και Πελασγία από τον πρώτο βασιλιά της περιοχής, τον Πελασγό. Από το 223 π.Χ. έως το 125 μ.Χ. μετονομάστηκε σε Αντιγόνεια και οι κάτοικοι Αντιγονείς. Το 125 μ.Χ. ο αυτοκράτορας Αδριανός επισκέφτηκε την πόλη και επανέφερε την ονομασία Μαντίνεια.

H ετυμολογία της λέξης Μαντινεία σχετίζεται επίσης με τη λέξη «μάντις». Είναι πολύ πιθανόν ανάμεσα στα πλούσια ιερά της περιοχής που κάλυπτε η αρχαία Μαντινεία να υπήρχε μαντείο φημισμένο για την εποχή εκείνη, όπου ιέρεια ήταν η Διοτίμα. Η Διοτίμα είναι γνωστή από το Πλατωνικό Συμπόσιο όπου ο Σωκράτης δηλώνει ότι η Διοτίμα ήταν σοφή γυναίκα από τη Μαντινεία, που κάποτε κράτησε μακριά από την Αθήνα έναν λοιμό κι ότι αυτή του δίδαξε τα «ερωτικά». Στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο υπάρχει άγαλμά της από την αρχαία Μαντινεία που κρατά στα χέρια της συκώτι ένδειξη ότι ήταν μάντις.

Η αρχαία Μαντινεία καταστράφηκε και ξανακτίστηκε πολλές φορές στην πολυτάραχη ζωή της. Την κοσμούσαν ωραία οικοδομήματα και αγάλματα του Πραξιτέλη και άλλων καλλιτεχνών που ακολούθησαν τη σχολή του. Την αρκαδική αυτή πόλη ο ιστορικός Πολύβιος χαρακτήρισε «αρχαιοτάτη και μεγίστη». Αργότερα ο περιηγητής Παυσανίας στις «Περιηγήσεις» του περιγράφει τον πλούτο της, σε θρησκευτικό βίο, σε έργα τέχνης και σε πνευματική κίνηση. Στην περιοχή της αρχαίας Μαντινείας λατρεύονταν ιδιαίτερα ο Ίππιος Ποσειδώνας θεός χθόνιος και η Δήμητρα, η θεά της βλάστησης και της καρποφορίας. Στην μαντινειακή πεδιάδα υπήρχαν τα ιερά και των δύο αρχαίων θεών. Μάλιστα έξω από το τείχος και την πόλη υπήρχε άλσος αφιερωμένο στη θεά Δήμητρα καθώς και η πηγή Άρνη, όπου κατά τη μυθολογία η θεά Ρέα έφερε στον κόσμο τον Ποσειδώνα.

Η αρχαία πόλη κτίστηκε αρχικά στο λόφο “Γκορτσούλι” από τον Μαντινέα, έναν από τους τριάντα γιούς του Λυκάωνα (γιό του Πελασγού). Κατά τον Παυσανία αποτελούνταν από πέντε διασκορπισμένες κώμες: Μελάγγεια, Νεστάνη, Μαιρά, Ελισφάσιοι και Πετρόσακακαι περιελάμβαναν: η πρώτη το λόφο Αγχισία, η δεύτερη την περιοχή με κέντρο το ιερό του Ιππίου Ποσειδώνα, η τρίτη την περιοχή του σημερινού Κάψια με τις ορεινές περιοχές μέχρι το Μεθύδριο, η τέταρτη στις περιοχές της Νεστάνης και η πέμπτη την περιοχή προς το όρος Μαίναλο. Έτσι οι κάτοικοι ήταν διασκορπισμένοι σε πέντε Δήμους με κέντρο την “Πτόλι” που ήταν το πρώτο όνομά της αρχαίας Μαντινείας. Οι κώμες αυτές αργότερα, και με προτροπή των Αργείων, συνοικίστηκαν στην περιοχή κάτω από το λόφο Γκορτσούλι, όπου .

Η αρχαία Μαντινεία περιβαλλόταν από τείχος με λίθινο υπόβαθρο και ανωδομή από ωμές πλίνθους. Το μήκος ήταν 3.942 μ. Σ’ αυτό υπήρχαν 122 πύργοι ύψους 5 μέτρων περίπου. Γύρω από το τείχος υπήρχε σκαμμένη τάφρος όπου διοχέτευαν τα νερά του ποταμού Όφη και της κρήνης Άρνα. Μπροστά στις πύλες υπήρχαν γέφυρες, ενώ οι πύλες οδηγούσαν σε αντίστοιχα κρυφά μονοπάτια. Στο εσωτερικό των τειχών υπήρχαν: Το αρχαίο θέατρο της Μαντινείας (Ρωμαϊκής εποχής), ο ναός του Δία Σωτήρα, το Ηραίο με αγάλματα του Πραξιτέλη, Βωμός του Ήλιου και κυκλικό οικοδόμημα στο οποίο φύλασσαν την ιερή φλόγα που είχαν μεταφέρει από την Αττική και τον έφιππο αδριάντα του Γρύλλου – γιου του Ξενοφώντα.

Οι επιδρομές στην περιοχή ανάγκασαν τους κατοίκους να συνενωθούν υπό την ηγεσία της Αντινόης, κόρης του Κηφέα (γιου του βασιλιά της Τεγέας Αλέου) και να εγκατασταθούν στην πεδιάδα εκεί που βρίσκονται σήμερα τα ερείπια της αρχαίας πόλης (σημερινή Παλαιόπολη). Κατά τη μυθολογία η Αντινόη επέλεξε το χώρο ακολουθώντας ένα φίδι. Για το λόγο αυτό ο ποταμός που περιέβαλε την πόλη ονομάστηκε “Όφις ποταμός”.

Τον 6ο αιώνα π.Χ. η Μαντινεία συμμετείχε στην Πελοποννησιακή συμμαχία με ηγέτιδα τη Σπάρτη. Στους Περσικούς πολέμους οι Μαντινείς πολεμούν στις Θερμοπύλες με 500 οπλίτες. Το 500 π.Χ. εμφανίστηκαν τα νομίσματά της Μαντινείας τα οποία εξαφανίστηκαν μετά την καταστροφή της πόλης από τους Λακεδαιμόνιους και επανακυκλοφόρησαν μετά την επανίδρυσή της το 371 π.Χ.

Στα χρόνια του Πελοποννησιακού Πολέμου αν και η Μαντινεία αντιμετώπισε πολλές φορές την επιθετικότητα της ισχυρής Σπάρτης που επιβουλεύονταν την ύπαρξή της, κατώρθωσε να επιβιώσει και γνώρισε νέα ακμή. Αρχικά τάσσεται με το μέρος της Σπάρτης. Μετά τη Νικίειο ειρήνη συνάπτρει συμμαχία με το Άργος και την Αθήνα. Αλλά το 420 π.Χ. γνωρίζει την ήττα από τους Σπαρτιάτες. Το 385 π.χ. ο βασιλιάς Αγησίλαος επικεφαλής των Σπαρτιατών πολιορκεί την πόλη. Φράζει τον ποταμό Όφη με αποτέλεσμα να πλημμυρίσει η πόλη, να γκρεμιστούν τα τείχη και να διωχτούν οι κάτοικοι. Το 371 π.Χ. μετά τη μάχη στα Λεύκτρα, η Μαντίνεια ανοικοδομείται εκ νέου.

Αργότερα η Μαντινεία συμμετείχε ενεργά στη δημιουργία της Αρκαδικής Συμπολιτείας, από την οποία όμως στη συνέχεια αποχώρησε λόγω προστριβών και συμμάχησε με τη Σπάρτη. Τότε μαζί με τους Σπαρτιάτες και άλλους συνασπισμένους Αρκάδες βρέθηκε αντιμέτωπη με τη Θήβα και τους συμμάχους της. Το 362 π.Χ. οι Θηβαίοι (με 3000 ιππείς και 30.000 πεζούς) υπό το μεγάλο πολιτικό και στρατιωτικό ηγέτη Επαμεινώνδα, νίκησαν τους Σπαρτιάτες (με 20000 πεζούς και 2000 ιππείς) που αμφισβητούσαν την ηγεμονία των πρώτων, στην περίφημη μάχη της Μαντινείας, που έγινε στη μαντινειακή πεδιάδα κοντά στη θέση του σημερινού χωριού Σκοπή. Ο Ξενοφών πάντως σημειώνει (7,5,26) ότι δεν υπήρξε νικητής και ηττημένος και ότι οι δύο αντίπαλοι έστησαν τρόπαια νίκης. Όμως ο αρχηγός των Θηβαίων Επαμεινώνδας τραυματίστηκε θανάσιμα, πέθανε και θάφτηκε στην περιοχή, όπου και στήθηκε μνημείο του. Το πεδίο της μάχης καλυπτόταν τότε από μεγάλο δάσος με βελανιδιές. Πριν τη μάχη ο Επαμεινώνδας είχε πάρει χρησμό από το μαντείο των Δελφών που έλεγε «να φυλάγεται από το πέλαγος». Ο χρησμός όμως εννούσε ένα δάσος που ήταν σαν πέλαγος, πράγμα που ο Επαμεινώνδας δεν πρόσεξε. Η μάχη της Μαντινείας έμελε να καταστήσει ακόμα πιο γνωστή στις μέρες μας την αρχαία πόλη.

Το 343 – 342 π.Χ. οι Μαντινείς συμμαχούν κατά του Φιλίππου Β΄ της Μακεδονίας. Το 338 π.Χ. μετά τη μάχη της Χαιρώνειας ο Φίλιππος επισκέπτεται τη Μαντίνεια με σκοπό να προσεταιριστεί τους Αρκάδες.

Το 223 π.Χ-125 π.Χ. η Μαντινεία καταλαμβάνεται από τους Μακεδόνες και από το 223 π.Χ. έως 125 μ.Χ. ονομάζεται Αντιγόνεια προς τιμήν του Βασιλιά της Μακεδονίας Αντίγονου.

Το 31 π.Χ. οι Μαντινείς συμμαχούν με τον Οκταβιανό και πολεμούν στη ναυμαχία στο Άκτιο. Λόγω της στάσης της αργότερα, το 125 μ.Χ., η Μανρινεία ευεργετείται από τον αυτοκράτορα Αδριανό και ξαναπαίρνει την αρχαία της ονομασία. Το 130 μ.Χ μάλιστα οι Μαντίνειοι θα θεσπίσουν προς τιμήν του Αντίνοου προστατευόμενου του Αδριανού, τα Αντινόεια , αθλητικούς αγώνες.

Το 212- 217 μ.Χ. Παραδίδεται η ύπαρξη κοινού των Αρκάδων με έδρα τη Μαντίνεια.

Κατά τον 7ο αι. μ.Χ. στην περιοχή εμφανίζονται οι Σλάβοι. Πιθανανολογείται επίσης μετακίνηση των κατοίκων στη μεσσηνιακή Μάνη όπου και τα δύο ομώνυμα χωριά.

Οι Φράγκοι κυρίευσαν την περιοχή το 1205 και τη χώρισαν σε πέντε επαρχίες (βαρονίες). Ίδρυσαν αρκετά φρούρια για την ασφάλειά τους. Σημαντικότερο ήταν αυτό του υψώματος Γουλά πάνω από την Νεστάνη. Το 1330 οι Βυζαντινοί με τον Ανδρόνικο Παλαιολόγο ανέκτησαν από τους Φράγκους ολόκληρη την Αρκαδία. Το 1458 κυρίευσαν την περιοχή οι Τούρκοι.